Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Στα Μάρμαρα δεν ξαναπήγα...

Πάει ο χρόνος, πάει κι' η ζωή.
Οι γαρουφαλιές σου είν' εδώ. Τις περιποιήθηκα και πετάξαν φύλλα και λουλούδια ένα ολόκληρο χρόνο.
Την τελευταία φορά που έφυγα, δεν προλάβαμε να πούμε γειά, το αφήσαμε στο αόριστο. Ήταν μια συμφωνία των τριών, κανείς μας δεν χαιρέτησε τον άλλον, γνωρίζαμε το βάρος του και τ' αποφύγαμε.
Στα Μάρμαρα δεν ξαναπήγα. Τη βαριοπούλα, εκείνην την καλή που μού 'χες πει να πάρω, δεν την θέλω πια. Είναι εκεί, αλλά το ποδάρι μου δεν το ξαναπατώ, ας πάει στο διάβολο.
Μήνες μετά κατάφερα να γράψω κάτι για την τελευταία εικόνα που είχα στα μάτια από το ψυχρό δωμάτιο με τη θανατερή λιτότητα, τα κουτιά των φαρμάκων και το αποτύπωμα μιας απουσίας πάνω στα γαλάζια σεντόνια. Όταν το τελείωσα κατάλαβα πως η δύναμή του θα κράταγε ζωντανές τις σκέψεις και τα συναισθήματα, αλλ' εις μάτην. Ο υπολογιστής είχε άλλη άποψη για τα βάρη του σύμπαντος που επικάθεινται επάνω στις ασήμαντες ζωές και τις μετατρέπουν σε σκόνη.
Η ζωή κυλά, τα γεγονότα συσσωρεύωνται, αλλά πάντοτε θα μένεις ανέγγιχτος, απ' τη φθορά των έμβιων όντων, εκτεθειμένος σ' αυτήν των αντικειμένων, όσο κι' αν ο νους δεν το χωρά. Την αντικειμενοποίηση της ζωής, δεν μπορεί η σκέψη να την πιάσει.
Τώρα που το ξημέρωμα πλησιάζει και οι ώρες μικραίνουν αντί να μεγαλώνουν - το αντίθετο απ' όταν διασκεδάζεις - σκέφτομαι εκείνη την προσπάθεια που έκανα να σε επισκεφθώ. Αλλά δεν μπόρεσα, είναι πολύ ψυχρό το μάρμαρο, που να μιλήσεις. Άσπρο, παραλληλόγραμμο, ανέκφραστο, μοιάζει με ένα κακό γλυπτό που είναι έτοιμο να σου επιτεθεί. Σα μικρό φτηνό και πλαστικό κινέζικο στρατιωτάκι.
Έτσι λοιπόν σήμερα, βρισκόμαστε εδώ χωρίς πολλές κουβέντες, ένα χρόνο μετά.
Στο προθάλαμο της λήθης εσύ, στο ρου των γεγονότων εμείς. Θα 'ρθεί και η δική μας η σειρά και μετά οι επόμενοι και οι μεθεπόμενοι. Ο κύκλος της αναιτιότητας δε λέει να κλείσει.
Αυτά λοιπόν καλέ μου φίλε, σε χαιρετώ εμμέσως, με το δικό μου τρόπο, ένα χρόνο μετά και ποιός ξέρει και πόσα χρόνια αργότερα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου