Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

Αρχικό στάδιο

Πρώτη προσπάθεια, με αρκετή δυσκολία. Δεν τα πάω καλά με τις ρυθμίσεις, κωδικούς, κ.λ.π.
Πολύ περισσότερη δυσκολία με το περιεχόμενο. Πρέπει, συνήθως, κάτι να έχεις να πείς.
Τρώγοντας έρχεται η όρεξη, όμως. Θα δούμε.
Ο λόγος που έκανα το βήμα τούτο, είναι το γεγονός της ανάγνωσης άλλων ιστολογίων και μέσω αυτού, της ανάγκης για έκφραση. Πάμε τώρα παρακάτω
Σήμερα Δευτέρα, ημέρα φορτισμένη συγκινησιακά για διάφορους λόγους και δύσκολη, κάθε Δευτέρα είναι δύσκολη. Όχι για τους λόγους που φαντάζεται κανείς  π.χ. έναρξη εργασιακής εβδομάδος, αλλά η επανεκίνηση μίας ακόμη μικρής αντίστροφης μέτρησης στον προσωπικό μας χρόνο. Μια ψηφίδα, ένα σημείο αναφοράς. Είσαι, ήσουν, θα βρεθείς...
Ωραία ξεκίνησα, σκέτη απαισιοδοξία. Αλλά υπάρχει και η άνοιξη (τώρα το διορθώνω το πράγμα).
Η μυρωδιά της, από ημέρες αρκετές, βασανίζει τα ταλαίπωρα αστικά μου ρουθούνια. Αρχίζει με το χαμομήλι, και φέρνει στο νου αναμνήσεις παιδικών χρόνων.
Σε κάποιο σπίτι, φίλων των γονιών μου, στην Βούλα, όχι αυτήν που γνωρίζουμε όχι,όχι.
Μία άλλη, μαγική περιοχή που ήταν κάποτε. Εξοχικός τόπος, μικρές μονοκατοικίες, πολλές αυθαίρετες, φυσικά (στην Ελλάδα, το αυθαίρετο είναι φυσική κατάσταση).
Σπιτάκια ταπεινά, χωρίς ιδιαίτερη καλαισθησία, χαρακτηρισμένα, όμως από την ζεστασιά εκείνων των παλιών, ανθρώπων κυρίως από εργατική τάξη, που έχοντας αγοράσει μιά μικρή εκταση, "στην εξοχή", τα έστηναν όπως, όπως.
Βέβαια, εκείνες τις εποχές, είτε γιατί το τσιμέντο, ήταν ακριβό, είτε γιατί οι άνθρωποι δεν φοβόντουσαν τόσο τη φύση και δεν τους ενδιέφερε, ιδιαιτέρως η σκόνη, δέν έφτιαχναν τσιμεντένιες αυλές, αλλά κήπους.
Έβλεπες, θυμάμαι, πορτοκαλιές, λεμονιές, κάποιες αμυγδαλιές. Πολύ φροντισμένα όλα κι' εκεί που περίσσευε ο χώρος, έκανε πάρτυ η άνοιξη.
Να τα χαμομηλάκια, να οι μαργαρίτες, οι παπαρούνες και χορταράκια, μικρά ταπεινά, άγνωστα, ανώνυμα θα έλεγες, μα καταπράσινα.
Στο μέρος που σας αναφέρω και θυμάμαι, δεν ήταν και πάρα πολλά τα σπίτια και κυρίως όχι κολλητά. Μεσολαβούσαν και εκτάσεις, (για το προεφηβικό μου μυαλό μικρά οικοπεδάκια, με το τωρινό μου νού), που οι μαργαρίτες έφθαναν στο ύψος μου. Δεν ήμουν και το πρώτο μπόι ,βέβαια αλλά κι' αυτές είχαν το ύψος τους.
Τα πάντα λουσμένα στο φώς, οι μέλισσες και τα ζωΰφια της άνοιξης, έστηναν χορούς τριγύρω μου, παίζοντας τα δικά τους παιχνίδια της διαιώνισης του είδους.
Και μέσα σ' εκείνο το πανδαιμόνιο των χρωμάτων, ήχων και οσμών, ανακάλυψα στο διπλανό χωραφάκι, ένα κάρο, ξύλινο εξαιρετικά καλοδιατηρημένο και διακοσμημένο με λογής λογής ζωγραφιές λαϊκές. Τι εντύπωση που μου έκανε, δεν έχει ξεθωριάσει καθόλου εκείνη η μνήμη.
Αυτές είναι οι σκέψεις τούτης της Δευτέρας και κλείνω. Πιο κάτω δεν θέλω να πάει έχει μελαγχολία και δεν της επιτρέπω την είσοδο τις Δευτέρες.