Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

Ο ήχος από μεταλλάκια που χτυπιούνται και τρίβονται μεταξύ τουςσαν κλαπατσίμπαλα, ήταν συνώνυμος μ' Αυτόν.

Κάθε πρωΐ ακριβώς, στις έξι, βρέξει χιονίσει, Κυριακές και εορτές, ο ήχος ακουγόταν βιαστικός και έντονος, σαν τον ίδιο και μετά εμφανιζόταν. Ο Μανώλης, ο αναρχικός, το παρατσούκλι του. Είχε έρθει στο χωριό μας μετά την αποστασία το '65, είχε βαρεθεί στην Αθήνα το κάλεσμα της αστυνομίας, κάθε τρεις και λίγο για μία κουβεντούλα.

Και μετά εδώ οι χωροφύλακες δεν τον ενοχλούσαν και πολύ, τον είχαν μάθει, και σαν μηχανικό, αλλά και άνθρωπο που έπιαναν τα χέρια του, τον είχαν ανάγκη. Πότε το τζιπ που χάλαγε, πότε το 'να ποτε τ' άλλο, δεν έλεγε όχι κανενός. Τον αγαπήσαμε, τον βάλαμε στο σπίτι μας.

Έτσι που λές με το Μανώλη  μα να σου συνεχίσω την ιστορία.

Πάνω στο μισοδιαλυμμένο του ποδήλατο, περνούσε τα πρωϊνά μπροστά μας φουριόζος, κατέβαινε την στρατηγού Κατσιμπίκουνα, έστριβε δεξιά στην πλατεία Ηρώων -που ήταν και ο καφενές μας.

φωνάζοντας  ένα γειά, έστριβε αριστερά και δεξιά στη γωνιά, έκανε μια στάση στο φίλο του τον κουρέα -το σπίτι του ήταν πάνω απ'το κουρείο του- λέγανε δύο κουβέντες και μετά στο εκκλησάκι  κάτω στη θάλασσα, τον αη Νικόλα.

Παράξενη φιλία είχαν με τον μπαρμπέρη, ο ένας αναρχικός με γερή θεωρητική κατάρτιση και γνώση ιστορική, ο άλλος κομμουνιστής, στήνανε κάτι καυγάδες, τρικούβερτους. Εμείς τους ακούγαμε από το καφενείο, δεν καταλαβαίναμε βέβαια όλα τα θεωρητικά τους, αλλά γελούσαμε με ότι κατέβαζαν ο ένας στον άλλον.

Και μια φορά που λες, ο Μανώλης κατάφερε ν' ακινητοποιήσει τον κουρέα το Δημητράκη, πάνω στη πολυθρόνα που κούρευε.

Φωνάζοντας, λοιπόν σαν τους ερυθρόδερμους στα καουμπόικα, έσυρε έξω την πολυθρόνα και πασάλειψε το Δημητράκη με τον αφρό του σαπουνιού για το ξύρισμα.

Χοροπηδώντας και αναπαριστώντας ένα υποτίθεται χορό νικητών στη Νέα Γουΐνέα, φώναζε σε όλους εμάς που είχαμε μαζευτεί τριγύρω.

Ο μπαρμπέρης όμως σαν τον Χουντίνι το μάγο, λύθηκε, αθόρυβα μπήκε στο μαγαζί, ξαναβγήκε κρατώντας την κιθάρα του και την έφερε στο κεφάλι του οριόμενου Μανώλη.

Το θέαμα τελείωσε και την άλλη μέρα παράγγειλε από την Αθήνα μία κιθάρα ο Μανώλης μεταμελημένος για τα προηγούμενα, πάντως κι ο κουρέας τον αγαπούσε και δεν του κράταγε κακία ποτέ. Του είχε κάνει κι' αυτός, διάφορα τέτοια.

 Μετά την επίσκεψη στο φίλο του κατέβαινε στον Αη Νικόλα, το μικρό εκκλησάκι μας,  εύρισκε τον παπά Κώστα και καθόντουσαν οι δυό τους να περιμένουν το χάραμα. Να δουν τον ήλιο να σκάει από τη θάλασσα, μετά καλημερίζοταν και έφευγε να πάει στο μπαχτσέ του, όπου περνούσε την ημέρα του.

Εκείνο το πρωΐ που θα σου διηγηθώ, δεν ακούσαμε τα σιδεράκια να βαράνε και να τρίζουν, πράγμα που εν μέρει το περιμέναμε, γιατί;

 Άσε, το γιατί, αργότερα με τη σειρά του.

Πέρασε πεζός χωρίς την αγάπη του, το ποδήλατό του, που του είχε χαρίσει χρόνια διαδρομών και μακρινών κάποιες φορές για τις δουλειές του.

Επίσης η αγάπη του, με τον ίδιο, αναβάτη είχε κερδίσει σε κόντρα το γιο του ταχυδρόμου, ένα βρομόπαιδο που δεν το χώνευε κανείς μας. Και τούτος ο αγώνας, είχεν ακουστεί σε όλα τα τριγύρω χωριά. Θριαμβολογούσε ο Μανώλης, λύσιαζε απ' το κακό του ο χαμένος, κρυφοχαιρόμαστε κι' εμεις οι υπόλοιποι.

Το πρωϊνό, που σου είπα, πέρασε αμίλητος, με χείλια, κάτασπρα από το σφίξιμο, μας έριξε μία ματιά σα να κατάλαβε και έφυγε.

Εμείς κατεβάσαμε τα κεφάλια, ένοχοι, για μία πλάκα που του ξεκινήσαμε και την πατήσαμε οι ίδιοι.

   Και να τι είχε γίνει.

Από καιρό τ' αποφασίσαμε να του κρύψουμε το ποδήλατο για να δούμε αντιδράσεις από τη μεριά του. Κανονικά λοιπόν, θα σηκωνόταν το πρωΐ, δεν θα το εύρισκε, αφού τη νύχτα θα το κρύβαμε, και περνώντας απ' το καφενείο του Λινάρδου, το πρωΐ να και το ποδήλατο μοστραρισμένο μπροστά του.

Έλα όμως που την πάθαμε άσχημα. Το βράδυ ανέλαβε ο Τόνης ο Κρύος, -της Μαρούδας της Θειάς σου, ξέρεις- να το πάει στο νερόμυλο του Γκουμουλή, που είναι μισορημάδι, και να το κρύψει μέσα στα χαλάσματα. Όπως σου είπα, τα ξημερώματα θα τό 'φερνε πίσω.

Είχε έρθει τότε, ένα μικρό τσίρκο και έστησαν την τέντα τους εκεί πιο κάτω. Μία βδομάδα κάθισαν δεν έβγαλαν πολλά λεφτά κι' αποφάσισαν να τα μαζέψουν και να γυρίσουν από κει που 'ρθαν.

Χάνοντας αυτούς, χάσαμε και το ποδήλατο χάσαμε και το διάκο που ερωτεύτηκε μιαν ακροβάτισσα κι έφυγε μαζί τους -τι γυναίκα ήταν αυτή, αν μπορούσαμε όλοι θα χανόμαστε μαζί της, τι μάτια, τορνευτό και το κορμί της.

Για το Διάκο, δεν μας ένοιαξε και τόσο αλλά το ποδήλατο! Μια πλάκα να κάναμε, μερικές ώρες θα το κρύβαμε. Kαι τώρα, πως τον αντικρύζεις στα μάτια και τι του λες;...


Ήταν τόσο μεγάλη η ντροπή που νοιώσαμε, δεν περιγράφεται. 

Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο με φευγαλέες ματιές και σκύψαμε το κεφάλι.

Δεν υπήρχε χώρος να σταθούμε, να μιλήσουμε, δεν υπήρχαν λόγια. Ο Δημητράκος της Ματίνας, είπε να ψάχναμε την περιοχή τριγύρω μήπως βρούμε τους κλέφτες. μας φάνηκε αδύνατο να γίνει, συμφωνήσαμε όμως.

Νυχτιάτικα αρχίσαμε με αγροτικά, μουλάρια, ότι είχαμε. Σαν τότε που ψάχναμε την αγελάδα του παππού σου, στην έχω πει την ιστορία, με τον δάσκαλο απ' την Αθήνα, την είδε νυχτιάτικα, μπροστά του, γυρνώντας από την ταβέρνα και τρόμαξε. Έβγαλε κραυγή δυνατή -βοήθεια, ο διάβολος, βοήθεια!!!- και όλοι καταλάβαμε που ήταν το ζώο. Ο δασκαλάκος την άλλη έφυγε απ' το χωριό και ούτε ξαναγύρισε.

Μέχρι την  άλλη μέρα, τίποτα, απελπιστήκαμε. Τηλεφωνήσαμε στο δήμαρχο να έρθει, και πέσαμε όλοι μαζί στη συζήτηση και το ρακί. 'Ωσπου να 'ρθεί εκείνος κατεβάσαμε καμπόσο, η ατμόσφαιρα ζεστάθηκε. “Εσύ το σκέφτηκες, εσύ συμφώνησες, όχι δεν το είπα έτσι και ούτω καθ' εξής. Σχεδόν πιαστήκαμε στα χέρια.

Πάνω στην ώρα μπαίνει ο δήμαρχος “ηρεμείστε ρε παιδιά, δεν έγινε τίποτα, θα του πάρετε καινούριο, θα σας βρω από που και θα το παραγγείλετε”.

Γυρίσαμε και τον κοιτάξαμε σα χαζοί, τόσην ώρα ούτε που το σκεφτήκαμε. Η ιδέα ήταν εξαιρετική, το άλλο είχε παλιώσει πολύ, όλο κάτι του χαλούσε, ήταν ολόκληρο το ποδήλατο μπανταρισμένο, θαρρείς, με συρματάκια και ο Μανώλης παραπονιόταν για τους πόνους στα γόνατά του – μπορεί να είχε βγει κάτι καλύτερο – αλλά και γυαλιστερό, θα ήταν ωραίο δώρο, θα δικαιολογούσε τη βλακεία μας.

Έτσι κι' έγινε, ο δήμαρχος μάλιστα χρησιμοποίησε γνωριμίες που είχε από το στρατόπεδο που είχαμε κοντά μας και την μεθεπόμενη ημέρα, ένα καταπληκτικό κόκκινο ποδήλατο ήταν στο χωριό μας.

Όλα τούτα , όμως, κρυφά. Μην το καταλάβει ο Μανώλης, ήταν έκπληξη.

Στείλαμε ένα παιδί να του χτυπήσει την πόρτα, πρωΐ πρωΐ, να τον φωνάξει στο καφενείο. Δήθεν βρέθηκε το ποδήλατο.

Κατέφθασε με ταχύτητα απίστευτη, φορώντας ακόμη τις πυτζάμες του, στο βλέμμα είχε σπιρτάδα και χαρά, έτοιμος να μας μαλώσει λίγο, αλλά χωρίς κακία.

Τα μάτια του ευθύς, πέσανε στο κόκκινο καινούριο του, ποδήλατο. Η χαρά του υποχώρησε, χαμογέλασε αμήχανα, μας έριξε μια εξεταστική ματιά, έναν έναν, είπε ένα ευχαριστώ και ετοιμάστηκε να γυρίσει πίσω, σπίτι του χωρίς το ποδήλατο.

Μείναμε άφωνοι, δεν το περιμέναμε, ερωτευμένος με το παλιό, αυτό που τον ταλαιπωρούσε τόσο, τι να πεις και τι να του κάμεις.

Μέσα στην στενοχώρια, που όλοι είχαμε, μας φαίνονταν ν' ακούμε τους ήχους του κλεμμένου ποδηλάτου, τα μεταλλάκια που τρίβονταν και χτυπιόταν αναμεταξύ τους, χαμογέλασα αμήχανα, γύρισα και είδα τους άλλους, σίγουρος για τους ήχους του μυαλού μου.

 Κι οι υπόλοιποι κοιτιόνταν απορημένοι, σαν ο κάθ' ένας μας να τους άκουγε μέσα στη φαντασία του. Μα σε λίγο ο θόρυβος δυνάμωσε, πράγματι ήταν αληθινοί οι ήχοι.

Ο Μανώλης κοκάλωσε, μέχρι που έστριψε τη γωνιά και είδαμε το ποδήλατο νομίζαμε πως πλησίαζε φάντασμα και ο χρόνος αιώνας.

Ήταν πράγματι, αυτό. Αναβάτης, ο επίσης χαμένος διάκος. Κλαμμένος με μύξες πασαλειμμένος - αργότερα μάθαμε γιατί- παράτησε το ποδήλατο και εξαφανίστηκε τρέχοντας, για τον Καλαμιώνα.

Χαμογελάσαμε, χάρηκε ο Μανώλης που το πήρε στα χέρια του σαν να ήτανε γυναίκα, αγνοώντας το καινούριο ποδήλατο, ανέβηκε στη αγάπη του κι' έτρεξε να βρει τον κουρέα.

Η ζωή στο χωριό θα 'ρχόταν στα συγκαλά της, αναστενάξαμε σχεδόν όλοι, δε μας άρεσε που τον αδικήσαμε τον άνθρωπο.

 Όσο για το διάκο, άμα ηρέμησε και του 'φυγε λιγάκι ο έρωτας, άνοιξε την καρδιά του και μίλησε.

Είχε ζητήσει δουλειά από το τσίρκο. Δεν τον ήθελαν μαζί τους. Πήρε το ποδήλατο, ήξερε από την  αρχή που ήταν, τους ακολούθησε. Όπου πήγαιναν κι αυτός μαζί. Τα βραδιά έβλεπε τη μαντόνα του από μακρυά, που έμπαινε στην άμαξά της και το πρωΐ, αυτός πρώτος την καλημέριζε, σχεδόν δεν κοιμόταν από τον έρωτα.

Δεν έτρωγε, δεν έπινε, μα στα αλήθεια ήταν τόσο βλάκας.

Την ημέρα που μας ήρθε, περίμενε απ' έξω από την άμαξα. Ήθελε να της δώσει λουλούδια.

Η πόρτα, άνοιξε, ο διάκος χαμογέλασε, περιμένοντας να βγει η αγάπη του. Αντ' αυτής,  ένας νεαρός στάθηκε μπροστά του.

-Καλημέρα, καλέ μου. Ωραία τα λουλούδια, αλλά δεν μπορώ να τα πάρω. Ξέρεις, φεύγω μου ήρθε το χαρτί, πάω φαντάρος. Μα καλά, τόσο καιρό δεν με είχες καταλάβει; τι κρίμα κι' είσαι τόσο γλυκούλης. Πάω γεια σου τώρα και καλή σου τύχη!

Το στόμα του διάκου, άνοιξε δυό πιθαμές, η καλή του,  βγήκε άντρας. Και ο ίδιος δεν ήξερε το λόγο που κλαίει.

Ο έρωτας που εχάθει ή το αντικείμενο του πόθου του που βγήκε, κάπως διαφορετικό;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου