Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

Ένα πακέτο τσιγάρα

Ξέμεινα πάλι, θα πεταχτώ να πάρω τσιγάρα κι' ίσως  πιω κι' ένα καφεδάκι, αν βρω την καφετέρια.
Καινούργιος στην γειτονιά και μου είναι αδύνατο να προσανατολιστώ ακόμη.
Περπατάω λοιπόν ανέμελα στο δρόμο, παρατηρώντας τα πάντα. Είχα από μικρός αυτή την συνήθεια. Όπου στεκόμουν και βρισκόμουν, ρούφαγα με τα μάτια την κάθε γωνιά, τα σπίτια, τους ανθρώπους, όλα. Είναι μιας μορφής απόλαυση που δεν την έκοψα ούτε τώρα που μεγάλωσα.
Από ένα ημιυπόγειο, έρχεται μια στριγκιά μελωδία ρεμπέτικη, σα να βγαίνει από πικ απ φτηνό, φορητό.
Μου κεντρίζει την προσοχή, μανιώδης συλλέκτης ρεμπέτικων τραγουδιών, πάντοτε αναζητώντας αυθεντικές εκτελέσεις, ψάχνω μέσα στις γωνιές του μυαλού μου να βρω ποιο είναι, να το κατατάξω. Σίγουρα Σμυρναίικο, αλλά ποιο, πρώτη φορά τ' ακούω.
Η πόρτα στο σπίτι είναι γερτή να παίρνει λίγο αέρα απ' την αποπνικτική ατμόσφαιρα του Οκτώβρη, μεγάλη πρόκληση για μένα που δεν διστάζω να ικανοποιώ την περιέργειά μου ρωτώντας.
Πλησιάζω την σπρώχνω ελαφρά και ρωτώ. "Είναι κανείς εδώ, παρακαλώ, θα 'θελα να ρωτήσω κάτι".
Απάντηση καμία, ενώ το τραγούδι έχει αλλάξει και φυσικά ακούγεται λίγο καλύτερα.
"Εχθές το βράδυ σε είδα στ' όνειρό μου
  Πως είχες τα μαλάκια σου ριγμένα στο λαιμό μου..."
Δεν μπορώ ν' αντισταθώ στον πειρασμό, χώνω το κεφάλι μου μέσα. "Είναι κανείς εδώ;" ξαναρωτώ. Τίποτα, κανείς, σιωπή, μισομπαίνω και κοιτώ τριγύρω μου.
Ένας διάδρομος το σπίτι με ένα δωμάτιο αριστερά μπαίνοντας.
Προχωρώ κι' άλλο με την προσοχή τεταμένη, μιλάω ξανά αλλά δεν παίρνω απάντηση, ενώ η περιέργεια και ο φόβος να μην έχω περίεργα συναπαντήματα μέσα στο σπίτι, έχουν ανέβει στο ζενίθ.
Μπαίνω μέσα στο μισοσκότεινο δωμάτιο, η μουσική ακούγεται πιο καθαρά, τώρα, αλλά σίγουρα όχι από 'κει. Ο χώρος γύρω μου, μοιάζει να είναι επιπλωμένος από την δεκαετία του 1970. Ένα αδιόρατο φως μπαίνει από τα παντζούρια. Το δωμάτιο, έχει μια άλλη πόρτα στο βάθος, με πλήρες σκοτάδι, προφανώς είναι "τυφλό". Δεν εισχωρώ εκεί, επιστρέφω και βγαίνω στο διάδρομο, εμφανώς ανακουφισμένος, από την απόφασή μου να σηκωθώ και να την κάνω από 'κει όσο είναι νωρίς ακόμη. Άλλωστε έχει κάτι αρρωστημένο το σπίτι.
Και πάνω που πήρα τις αποφάσεις μου, το τραγούδι αλλάζει και γίνεται πιο γλυκό, σα να βγαίνει από στόματα ζωντανά και όχι χαραγμένο στο βινύλιο.
Το βλέμμα μου πέφτει σ' ένα παλιό τραπεζάκι του διαδρόμου, επάνω του μια μπρούντζινη οβίδα με ανάγλυφα διακοσμητικά, που χρησιμεύει σα βάζο για αποξηραμένα λουλούδια του αγρού, αναγνωρίζω ανάμεσά τους κι' αυτό που λέγαμε ποντίκι, αλλά και το άλλο που ονομαζόταν κλέφτης, γιατί το άνθος του με τον αέρα εισχωρούσε παντού στα σπίτια.
Περίεργη σύμπτωση, σκέφτηκα, ο κλέφτης, εγώ.
Όμως ταυτόχρονα με τις σκέψεις, υπάρχει και κάτι άλλο που μου τραβάει την προσοχή κι' αυτό είναι ένα ναυτικό φυλλάδιο. Τούτη τη φορά δεν αντέχω, πλησιάζω, το ανοίγω, θέλω να μάθω πότε και ποιανού είναι. Δεν καταφέρνω να "βγάλω" τα γράμματα με τίποτα, το μόνο που διαβάζω είναι το έτος 1923.
Προχωρώ στο διάδρομο, αφήνοντας πίσω μου τους δισταγμούς και ανακαλύπτω άλλη μία πόρτα, επίσης στα δεξιά μου, λίγο χαμηλότερη από την πρώτη.
Μέσα το δάπεδο είναι πατημένο και σκουπισμένο χώμα!!! Στα δεξιά μου ένα παλιοτράπεζo και μια καρέκλα, οι τοίχοι βρώμικοι με φουσκωμένους σοβάδες, μυρίζει, έντονα υγρασία. Στ' αριστερά μια άλλη πόρτα, πρόχειρα φτιαγμένη από παλιά σανίδια και τόσα καρφιά επάνω της, που θα μπορούσε να 'ναι σιδερένια πια.
Την ανοίγω και βγαίνω σε μιαν αλάνα. Γύρω, γύρω, χαμόσπιτα, ενώ στην άκρη της ξεκινά χωματόδρομος με πλίθινα σπίτια και παραγκοειδείς κατασκευές, δεξιά κι' αριστερά του.
"Αχ μελαχροινό, σκερτσοπεταχτό,
γιατί με βασανίζεις, αφού σε αγαπώ..."
Η μουσική ακούγεται από 'κει στην άκρη, που βλέπω τέσσερις καθισμένους με όργανα, τώρα πια δε φοβάμαι, είμαι έξω και θα τους πλησιάσω. Πάση θυσία θα τους μιλήσω, προχωρώ προς το μέρος τους, ενώ εκείνο που μου κάνει εντύπωση, είναι οι διάφορες γυναίκες που υπάρχουν, άλλοτε μαζεμένες σε μια παρέα να μιλούν ενώ άλλες σκουπίζουν και κάνουν δουλειές.
Καμιά τους δε φορά παντελόνι, και τα φορέματά τους είναι από φτηνά υφάσματα που κρέμονται επάνω τους, οι περισσότερες στο κεφάλι φοράνε φακιόλι. Τις παρατηρήσεις μου, αυτές, τις διακόπτει έξαφνα ένας κουβάς βρωμόνερα που εκτοξεύονται σχεδόν επάνω μου από μια νοικοκυρά. "Πρόσεξε κυρά μου" της φωνάζω, αλλά εκείνη μου γυρνά την πλάτη, χωρίς να μου δώσει την ελάχιστη σημασία, ευτυχώς που το νερό πέρασε σχεδόν ξυστά από ' μένα και δεν έγινα παπί.
"...Μελαχροινό λυπήσου, δωσ' μου παρηγοριά
δωσ' μου τα αγνά ολόγλυκα φιλιά..."
Φουρκισμένος λίγο, συνεχίζω προς την παρέα, κι' ακούω μια μάνα να φωνάζει στο γιο της. Γυρίζοντας το κεφάλι προς την κατεύθυνση του παιδιού αντικρύζω ένα βρώμικο, ξυπόλυτο μικρό αγοράκι να τρέχει σε κάτι λάσπες, "έλα 'δω αμέσως, μ' ακούς;" Ο μικρός γυρίζει με απορημένο βλέμμα προς τη φωνή της μάνας του. Έκπληκτος βλέπω ένα παιδικό προσωπάκι, που μοιάζει ίδιο κι' απαράλλακτο με τις παιδικές μου φωτογραφίες, το στόμα μου ανοίγει δύο πήχες, ενώ ένα κύμα πόνου φουσκώνει μέσα μου, θέλω να τρέξω στο μικρό, να τον αγκαλιάσω και να του πω, "μη φοβάσαι αγόρι μου για τη ζωή που θα 'ρθει, εγώ θάμαι εδώ κοντά σου για πάντα".
Δεν το κάνω, όμως, άλλωστε και ο πιτσιρίκος, επιστρέφοντας περνά κοντά μου, μα πολύ κοντά, μη δίνοντάς μου σημασία. Σα να μην υπήρχα.
"...γιατί μελαχροινό μου τα 'χω χάσει πιά."
Το τραγούδι τελειώνει, ενώ φτάνω πια κοντά τους. Είναι τρεις άντρες και μια γυναίκα. Ένας παίζει εξάχορδο μπουζούκι, ο άλλος έχει ταμπουρά στα χέρια, ενώ ο τρίτος, όρθιος στέκει και παίζει βιολί.
Η γυναίκα, κρατάει ένα ντέφι. Ξεκινούν κι' άλλο τραγουδάκι, μπροστά τους, ένα τραπεζάκι με δυο σαρδέλες παστές και μερικές ελιές Πίνουν μάλλον ρακί
Τα ρούχα τους δεν διαφέρουν εποχιακά από αυτά των γυναικών πριν. Οι άντρες φορούν πουκάμισο χωμένο στο παντελόνι που μοιάζει, λίγο με τσουβάλι, κι' έχουν τιράντες όλοι. Ο ένας από τους τρεις, έχει ανάρριχτο το σακάκι του στους ώμους, μοιάζει με άρρωστος. Η γυναίκα, πιο περιποιημένη, τα ρούχα της πιο δαντελωτά από των άλλων γυναικών, είναι, λίγο, ελάχιστα, παχουλή, σε αντίθεση με τους άντρες που τα πρόσωπα και τα σώματά τους είναι ρουφηγμένα θαρρείς από το σκελετό τους.
Η κοπέλα τραγουδάει, τόσο γλυκά, τόσο όμορφα και το βλέμμα μου είναι κολλημένο πάνω της.
Στην αρχή, πλησιάζοντάς τους, είχαν αρχίσει καινούργια μουσική και φυσικά δεν με πρόσεξε κανείς. Τώρα, όμως, σταμάτησαν, είπαν δύο κουβεντούλες μεταξύ τους, "γειά σας", προσπάθησα να πω, αλλά σκύβουν πάλι στα όργανα χωρίς να μου δώσουν σημασία, λες και είμαι αόρατος. Σιωπώ κι' ακούω.
Μοναχά εκείνη, κάποια στιγμή σηκώνει το βλέμμα και με κοιτά, μοιάζει να βλέπει μέσ' από μένα, μοιάζει όμως και να με ψάχνει η ματιά της. Ταυτόχρονα και τα δύο.
Το πρόσωπό της είναι γλυκό, το δέρμα της ροδαλό, ενώ τα μάτια της, μαύρα σαν τα κάρβουνα και έντονα πολύ.
Κόλλησα εκεί. Άλλωστε, αφού γι' αυτούς δεν υπήρχα τι σημασία θα είχε να την παρατηρώ, να την ρουφώ με τη ματιά μου όσο θέλω.
Ο ήλιος του απογεύματος, έχει αρχίσει να μ' ενοχλεί τώρα, αισθάνομαι δυσφορία μεγάλη στο στήθος και ζεσταίνομαι υπερβολικά. Τινάζομαι απότομα επάνω και παρατηρώ απορημένος τριγύρω μου το χώρο.
Το κορίτσι έχει χαθεί, οι μουσικοί το ίδιο, ο δρόμος τα σπίτια, είμαι στο δωμάτιο μου, μόνος.
Από το γειτονικό σπίτι, ακούγεται Καζαντζίδης,  στο ραδιοφωνάκι, να κλαίει τη Ρωμιοσύνη που χάνεται στην προσφυγιά.
Ένας δυνατός μεσημεριανός ήλιος με χτυπάει κατάμουτρα κι' η υγρασία αυτού του Οκτώβρη με τρελαίνει, δεν την αντέχω.
Ψάχνω το όνειρο, πάμε να κοροϊδέψουμε τους νεκρούς, έλεγε ο παππούς μου για τον ύπνο κι αντιλαμβάνομαι πως για λίγο είχα πεθάνει. Βρέθηκα, λοιπόν, σε 'κείνο τον κόσμο των ζωντανών- νεκρών, που όλα μπορούνε να συμβούν, κι' εσύ να παραμένεις αόρατος παρατηρητής. Μα τότε το βλέμμα της κοπέλας, τι ήτανε; Με είχε δει, για τούτο είμαι σίγουρος πολύ.
Ποιος να ξέρει μπορεί να είναι κι' άλλος ένας παρελθόντος ανεκπλήρωτος έρωτας.

2 σχόλια:

  1. Είχα κι εγώ από μικρή τη συνήθεια να παρατηρώ...τα σπίτια, τους ανθρώπους...

    Συγκλονιστική η αφήγησή σου!
    Ηταν τόσο ζωντανή σαν να βρισκόμουν κάπου εκεί και να έβλεπα τη σκηνή...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα dyosmaraki.
    Είναι οι εικόνες μιας ζωής που ίσως την έχουμε ζήσει, ποιός ξέρει.
    Σε ευχαριστώ πολύ για το θερμό σου σχόλιο.
    Σε χαιρετώ και σε καλημερίζω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή